20 ΜΑΡΤΙΟΥ : ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
Charles Baudelaire
(1821- 1867)
«Fleurs du mal » (1857)
L'Albatros
Souvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.
À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l'azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d'eux.
Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu'il est comique et laid!
L'un agace son bec avec un brûle-gueule,
L'autre mime, en boitant, l'infirme qui volait!
Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l'archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l'empêchent de marcher.
Charles Baudelaire
«Τα άνθη του κακού»
Άλμπατρος
Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουν τα άλμπατρος -πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σα σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.
Μα μόλις σκλαβωμένα κει στη κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ’ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ᾿ άσπρα μεγάλα τους φτερά τα’ αφήνουνε να πέσουν,
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.
Αυτοί που῾ν᾿ τόσον όμορφοι, τα σύννεφα σα σκίζουν,
πώς είναι τώρα κωμικοὶ κι άσχημοι και δειλοί!
Άλλοι με πίπες αναφτὲς τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι, για να τους μιμηθούν, πηδάνε σα κουτσοί.
Μ᾿ αυτοὺς τους νεφοπρίγκηπες κι ο Ποιητὴς πώς μοιάζει!
δε σκιάζεται, τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά·
μα ξένος μες στον κόσμο αυτό που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ’ τα γιγάντιά του φτερά σα περπατά.
Charles Baudelaire
(1821- 1867)
«Fleurs du mal » (1857)
L'Albatros
Souvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.
À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l'azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d'eux.
Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu'il est comique et laid!
L'un agace son bec avec un brûle-gueule,
L'autre mime, en boitant, l'infirme qui volait!
Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l'archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l'empêchent de marcher.
Charles Baudelaire
«Τα άνθη του κακού»
Άλμπατρος
Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουν τα άλμπατρος -πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σα σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.
Μα μόλις σκλαβωμένα κει στη κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ’ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ᾿ άσπρα μεγάλα τους φτερά τα’ αφήνουνε να πέσουν,
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.
Αυτοί που῾ν᾿ τόσον όμορφοι, τα σύννεφα σα σκίζουν,
πώς είναι τώρα κωμικοὶ κι άσχημοι και δειλοί!
Άλλοι με πίπες αναφτὲς τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι, για να τους μιμηθούν, πηδάνε σα κουτσοί.
Μ᾿ αυτοὺς τους νεφοπρίγκηπες κι ο Ποιητὴς πώς μοιάζει!
δε σκιάζεται, τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά·
μα ξένος μες στον κόσμο αυτό που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ’ τα γιγάντιά του φτερά σα περπατά.

0 comments:
Post a Comment